//Α (ΑΛΦΑ) ΣΤΕΡΗΤΙΚΟ

Α (ΑΛΦΑ) ΣΤΕΡΗΤΙΚΟ

Άκουγα το κλάμα της όλη την υπόλοιπη νύχτα. Όση μας απόμεινε. Δεν απαντούσα, λαγοκοιμόμουνα. Θα μπορούσα να ανακαθίσω στο κρεβάτι, να ανάψω τσιγάρο, να την παρηγορήσω, μιλώντας της για τον Ορφέα και την Ευρυδίκη, για τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη, για τον Χριστό Πάσχοντα και Θανάτω, Θάνατον Πατήσαντα, να φιλοσοφήσουμε μέχρι το πρωί, να στεγνώσω τα δάκρυά της με έναν καφέ, να σταθεροποιήσουμε άλλη μια εμπειρία στο θυμικό μας, σαν λεκέ στην Άσπρη Μπλούζα, από τους άπειρους που σβήνει η χλωρίνη αλλά δεν σβήνουν από τη μνήμη ποτέ. Δεν το έκανα. Στα επαρχιακά Νοσοκομεία που δούλεψα έμαθα δύο βασικές αρχές.

Κοιμήσου όσο μπορείς, όπου μπορείς, όταν μπορείς. Έστω και ένα λεπτό είναι καθοριστικό για την αντοχή σου.

Μην δένεσαι συναισθηματικά ούτε με «Ασθενή» ούτε με συνάδελφο του Υγειονομικού Σώματος. Σου απορροφάει ενέργεια. Μια σταγόνα ενέργειας είναι πολύτιμη για την επιβίωση.

Δύσκολα χρόνια και ας τα θυμάμαι με νοσταλγία και ευγνωμοσύνη.

Κάπου τις πρωινές ώρες λοιπόν, με φώναξαν γιατί πέθαινε μια υπέργηρη «Ασθενής». Πήγαμε μαζί από το δίκλινο Εφημερείο. Η Ε…, φοιτήτρια εξ Ιταλίας, συνδυάζουσα διακοπές στην Πατρίδα και άσκηση και εγώ, νεαρή Γιατρός με μεγάλα ακόμα μάτια, γεμάτα όραμα και σμαραγδιά δύναμη. Η Ε… με είχε επιλέξει για Δάσκαλο και εγώ εκείνη για Μαθήτρια. Που νάναι τώρα; Χαθήκαμε μετά από χρόνια. Εκείνη τη Χρονική Στιγμή είμασταν μαζί. Έτρεχε ξοπίσω μου σαν κοτοπουλάκι, ζαλίζοντάς με με τις ερωτήσεις της και ξεκουράζοντάς με με την ενεργητικότητά της. Η ανάπαυση του Πολεμιστή Γιατρού στην αχόρταγη πεδιάδα της ψυχής του Μαθητή του.

Οι Άνθρωποι ζουν μετά θάνατον στους ιστούς των Απογόνων τους και στους εγκεφάλους των Μαθητών τους. Εγώ Απογόνους δεν απόκτησα. Θα ζω      στην σκέψη σας, κουρνιασμένη σαν γκυ, σαν χρυσαφένια ακτίνα ήλιου, όσο με θυμάστε, όσο τα γραπτά μου υπάρχουν, όσο ζουν αυτοί που έζησαν από τα χέρια μου και αυτοί που διδάχτηκαν από την ύπαρξή μου.

Η Ε… με έβλεπε σαν μικρή «Θεά». Τόλεγε κιόλας. Δεν ήταν η πρώτη φορά που μου φόρτωναν αυτήν την ιδιότητα. Ούτε η τελευταία. Δεν την ήθελα. Δεν την θέλω. Κανένας «Θεός» δεν επέζησε, αγγίζοντας τους Ανθρώπους ή αφήνοντάς τους να τον αγγίξουν. Μετά έρχεται η Σταύρωση, η πυρά, τα λακτίσματα, η ισοπέδωση. Αλίμονο. Εγώ θέλω να αγγίζω τους Ανθρώπους. Θέλω να με αγγίζουν. Αυτό δεν είναι πάντα εφικτό και πάντα είναι επώδυνο. Η ασφάλεια της «Θεϊκής» νοημοσύνης προϋποθέτει έλλειψη συναισθήματος και εγώ ήμουν φουλαρισμένη από συναίσθημα, όταν πήγα να συντροφέψω την γριά «Ασθενή» στο ταξίδι της.

Συνηθίζαμε να κάνουμε ότι επαγγελματικά σωστό, σε τέτοιες περιπτώσεις. Φάρμακα, ανάνηψη, καλώδια, εργαλεία, έναν βασανισμό, τέλος πάντων, η Γριά όμως με κοίταξε με τα ήρεμα μάτια της, έφευγε, τίποτα δεν την σταμάταγε, είχε ετοιμάσει το μπογαλάκι της, είχε τοποθετήσει και το νόμισμα, την μνά, στο κλειστό στόμα της για να περάσει το Πορθμείο του Αχέροντα, ο Πλούτων την περίμενε στον Άδη, το ταξίδι θα τέλειωνε και έτσι αποφάσισα να της κρατήσω, απλά, το χέρι. Το δεξί, πιάνοντας τον σφυγμό. Το αριστερό το κράταγε η Ε… απορημένη, ύστερα από προτροπή μου, με τα δάκτυλά της στον σφυγμό, μην τολμώντας να φέρει αντίρρηση στην «Θεά» της και έτσι ένιωσε, σιγά-σιγά, να σβήνει ο ήχος της Ζωής, η πανώρια μουσική της ύπαρξης. Ο Θάνατος, σεβόμενος την τελετή, καθόταν δίπλα μου υπομονετικά, λίγο και θα μου κλεινε φιλικά το μάτι, αφήνοντάς με να ρουφήξω από τον δείκτη μου και τον παράμεσο, την ενέργεια του ανθρώπινου κορμιού, να την ενσωματώσω στα κύτταρά μου, αθάνατη εγώ, να πορευτώ. Ο μύθος των Αθανάτων πολεμιστών. Θάνατος και Αθανασία. Τίποτα δεν χάνεται. Η Ε… το ένιωθε αυτό, εκείνη την στιγμή, το έβλεπα στα μεγαλωμένα μάτια της που με κοίταζαν με έκφραση απροσδιόριστη, δεν της μίλησα ούτε όταν τελειώσαμε τις γραφειοκρατικές διαδικασίες ούτε στο δωμάτιο, όταν την άκουγα να κλαίει, ούτε την άλλη μέρα που έτρεχε ξοπίσω μου, προσπαθώντας να βρει ευκαιρία να μου μιλήσει με συγκεχυμένα συναισθήματα για την «Θεά» της. Λίγες μέρες μετά μου εξήγησε πως ένιωσε, κλαίγοντας πάλι κι εγώ την άκουγα με μισοχαμόγελο, μισοπίκρα, δεν θάταν η τελευταία φορά που δοκιμαζόμουνα στην συνείδηση κάποιου «Μαθητή» μου ή νεώτερού μου Ανθρώπου ή που δοκιμαζόνταν η ψυχική αντοχή ενός θνητού Γιατρού, που διορίζεται προς στιγμήν «Θεός».

Θεός ή Ημίθεος, Ορφέας, ανεξαρτήτου φύλου, που διεκδικεί από τον αντεραστή του τον Θάνατο, το θνητό κορμί του Αρρώστου του, ανεξαρτήτου φύλου, ηλικίας, χρώματος, θρησκείας, κατεβαίνοντας για μια στιγμή, μια Χρονική Στιγμή, στον Άδη, με μόνο όπλο τη δύναμη που ο Απόλλωνας Ιατρός του έδωσε, περιορισμένη και απείρως συνδυαζόμενη, ένας έρωτας είναι αυτός, ένα Bolero του Ravel, με κρεσσέντο την Νίκη ή την Ήττα, για Ζωή μιλάμε, με τον Θάνατο θριαμβευτή ή απλώς να γυρίζει την πλάτη προς στιγμήν, ηττημένος, κοντανασαίνοντας.

Μετά από λίγο καιρό έφυγα από το Νοσοκομείο και την επαρχιακή Πόλη. Οι Συνάδελφοί μου Γιατροί, Νοσηλεύτριες, Μαίες και η Ε… με αποχαιρέτησαν μ’ ένα ξενύχτι σε ταβέρνα, με συνοδεία την κιθάρα του Δ… που είχε μελοποιήσει κάτι στίχους μου, «θα σε θυμάμαι σύντροφε ακριβέ μου, όσο κι ο χρόνος να θολώσει τη μορφή σου, έστω κι αν δεν σε ξαναδώ ποτέ μου, θα σε θυμάμαι σύντροφε ακριβέ μου» κι έναν κάκτο που μου κουβάλησαν γιατί έτσι με βλέπανε «αγκαθωτή απ’ έξω και τρυφερή από μέσα». Η Ε… έφυγε αργότερα να συνεχίσει τις σπουδές της στην Ιταλία. Μου έγραφε συχνά, κάποια στιγμή μου έστειλε 5 μουράνο δελφίνια, σύμβολο φιλίας. Τα βλέπω κάθε μέρα. Ο κάκτος ξεράθηκε. Ο Δ… έγινε καθηγητής Πανεπιστημίου και σταμάτησε να μελοποιεί. Την Ε… δεν την ξαναείδα. Τώρα θα είναι μία έμπειρη γιατρός, μια «Θεά» από μόνη της και θα μεταδίδει το πνεύμα της στους μαθητές της, συγκλονιστικά ή όχι, έτσι θα διατηρείται η Αθανασία μου, μια στιγμή στον Χρόνο, μια Χρονική Στιγμή που κρατάει αιώνια.

Ένας Θ-εός μπορεί νάναι Θ-νητός, όμως είναι Α-Θάνατος δίνοντας το πνεύμα του, την ψυχή του, τα συναισθήματά του σε άλλους Θ-νητούς, ο κύκλος της ζωής  καλά κρατεί γύρω και έξω από τον βιολογικό κύκλο, ένα στερητικό Α (άλφα) κάνει την διαφορά, Α είναι και η κραυγή του φόβου άλλωστε, σε στιγμές που αντικρύζουμε την Α-νυπαρξία και νιώθουμε τον κίνδυνο να μας χτυπάει, ένα Α που μετατρέπει τον διεκδικητή, ορμητικό, σκοτεινό Αρσενικό Θάνατο σε θηλυκιά μοσχοβολητή φιγούρα, Α-θανασία, που η αύρα της πνοής της σκορπίζεται διαχρονικά, γεννοβολούσα φως. Ένα Α που είναι η φωνητική έκφραση του εκτοπλάσματος, το χνάρι που λέμε, που αφήνει κανείς στο πέρασμά του απ’ την Ζωή, μαγκιά είναι, δεν βαριέσαι και εγώ που σας τα γράφω όλα αυτά, έτσι για να με θυμάστε, κάθομαι στην βάση ενός φάρου, τριγυρισμένη από θάλασσα και νιώθω να φουρφουρίζουν γύρω μου μουρμουρίσματα Δασκάλων και Μαθητών μου, πνοές Αρρώστων μου που τους κράτησα το χέρι για τελευταία φορά, που μου ζήτησαν να τους κρατήσω το χέρι για τελευταία φορά, εγώ είμαι Θνητή, δεμένη όμως με την αλυσίδα της Αθανασίας και ο ήλιος έχει διαπεράσει το κασκέτο μου, καίει το πρόσωπό μου, το σώμα μου, θνητό που γερνάει, μουρμουράω το Bolero του Ravel, κλείνω το μάτι στον Θάνατό μου που με περιμένει, εκείνος ξέρει που και καταγράφομαι στις μνήμες σας σε μια υπέροχη Ερωτική Συμφωνία με την Αθανασία..

______________

Τέλος

______________

Το κείμενο αφιερώνεται στους Ανδρέα Βομβογιάννη, Ανδρέα Καλοτεράκη, Γιάννη Μάριο Κολιόπουλο, Φίλους – Γιατρούς – Δασκάλους – Δημιουργούς που αναπαύτηκαν φέτος, Α-Θάνατοι.

Βιογραφικό Σημείωμα

Παπανικολάου Έπη (Επαμεινώνδη). Γιατρός – Λογοτέχνης. Έχει εκδόσει 3 βιβλία «ΕΞΚΑΛΙΜΠΕΡ» ποιήματα, «ΑΕΛΙΟΥ ΑΝΕΜΩΝΗ ΚΑΙ ΤΑΓΚΟ ΒΕΛΟΥΔΟ» πεζοτράγουδο, «Η ΠΙΚΡΗ ΗΔΟΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» διηγήματα. Γράφει Πολιτιστικό Ρεπορτάζ και Ταξιδιωτικό Ρεπορτάζ. Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Ελληνικής Εταιρείας Ιατρών Λογοτεχνών, της Εταιρείας Μη Ημερησίων Εντύπων και Ραδιοτηλεοπτικών Μέσων. Τιμήθηκε από τον Σύλλογο Ναυπακτιαίων Πάτρας «Αγ. Χαράλαμπος», για την ομιλία της και το άρθρο της, για την «Ναυμαχία της Ναυπάκτου».